ἐτεός

ἐτεός, ά, όν (not found in masc.),
A true, genuine,

πόλλ' ἐτεά Il.20.255

;

ἢ ἐτεὸν Κάλχας μαντεύεται 2.300

; εἰ ἐτεόν περ whether it be true indeed, 14.125;

εἰ δή ῥ' ἐ. γε καὶ ἀτρεκέως ἀγορεύεις 15.53

.
II ἐτεόν, as Adv., in truth, verily,

εἰπέ μοι εἰ ἐ. γε φίλην ἐς πατρίδ' ἱκάνω Od.13.328

, cf.Il.8.423
; εἰ ἐ. . . μιμνῄσκομαι rightly, Theoc.25.173.
2 in Ar. (not in other Com.) interrog., really, indeed, οὐκ ἀκούσεσθ' ἐ. . . ; Ach.322, cf. 609; ἐ. ἡγεῖ γὰρ θεούς; Eq.32, cf. 733; in asking for information, τί οὖν τοῦτ' ἐστὶν ἐ.; Nu.93, cf. V.8; τί δὲ τοῦτ' ἐγέλασας ἐ.; Nu.820; cf. ἐτός (B).
3 fem., ἐτεή, , reality,

[ἄνθρωπος] ἐτεῆς ἀπήλλακται Democr.6

; dat. ἐτεῇ, as Adv., in reality,

νόμῳ γλυκύ, νόμῳ πικρόν, ἐτεῇ δ' ἄτομα καὶ κενόν Id.125

;

ἐ. οὐδὲν ἴσμεν Id.7

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ετεός — ἐτεός, ή, όν (Α) 1. πραγματικός, αληθινός («εἰ ἐτεὸν Κάλχας μαντεύεται ἠὲ καὶ οὐκί», Ομ. Ιλ.) 2. το θηλ. ως ουσ. ἡ ἐτεή η πραγματικότητα 3. (η δοτ. θηλ. ως επίρρ.) ἐτεῇ πράγματι, αληθινά 4. φρ. «εἰ ἐτεόν γε» αν πράγματι έτσι συμβαίνει. [ΕΤΥΜΟΛ.… …   Dictionary of Greek

  • ἐτεός — true masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔτεος — ἔτος year neut gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐτεά — ἐτεός true neut nom/voc/acc pl ἐτεά̱ , ἐτεός true fem nom/voc/acc dual ἐτεά̱ , ἐτεός true fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐτεόν — ἐτεός true masc acc sg ἐτεός true neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐτεαί — ἐτεός true fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐτεῆς — ἐτεός true fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐτεῇ — ἐτεός true fem dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐτεῶς — ἐτεός true adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐτέον — ἐτεός true indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ετεή — ἐτεῇ (Α) [ετεός] επίρρ. βλ. ετεός …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.